Ενσυναίσθηση Εμπάθεια Εγκέφαλος - Να μπαίνουμε στη θέση του άλλου έμφυτη ικανότητα

Το να μπαίνουμε στη θέση του άλλου είναι μια τέχνη που κατέχουμε από κούνια. Χρειάζεται όμως συνεχή εξάσκηση. Και αξίζει τον κόπο!

Αυτές οι μέρες, οι γιορτινές, είναι μέρες παραδοσιακά συνυφασμένες με την αγάπη, με τη στοργή, με την αλληλεγγύη, με την ενσυναίσθηση, με όλα αυτά που μας κάνουν να βγαίνουμε από το εγώ και να προσπαθούμε να συναντήσουμε το εσύ, το εμείς. Διότι χωρίς ενσυναίσθηση, χωρίς δηλαδή να προσπαθούμε να μπούμε στα «παπούτσια» των άλλων, κοινώς στον δικό τους κόσμο ώστε να «αγγίξουμε» τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους, δεν μπορούμε να δομήσουμε υγιείς σχέσεις και τελικώς υγιείς κοινωνίες. Είναι επόμενο λοιπόν το γεγονός ότι η επιστήμη ασχολείται με την ενσυναίσθηση ώστε να ρίξει «φως» στα πώς και στα γιατί που τη διέπουν – ίσως επειδή αποτελεί ολοένα και συχνότερα «σπάνιο είδος» στις μέρες μας (όλες τις μέρες μας, αρκετές φορές και τις γιορτινές μέρες μας). Μέρες που είναι, αποφασίσαμε να σας παρουσιάσουμε πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την ενσυναίσθηση, με την ελπίδα να βάλουμε όλοι μας αυτό το «δώρο» κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας γιατί είναι το πιο σημαντικό, όχι μόνο για αυτούς στους οποίους θα το χαρίσουμε αλλά και για εμάς τους ίδιους. Πρόκειται για ένα δώρο που πρέπει να χαιρόμαστε όταν… επιστρέφεται. 

Ενσυναίσθηση από κούνια

Η ενσυναίσθηση ξεκινά από την… κούνια. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν ερευνητές στο Ισραήλ, όπως ανέφεραν τον περασμένο Ιούλιο στην επιθεώρηση «British Journal of Psychology». Συγκεκριμένα, ψυχολόγοι από το Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν της Νεγκέβ και το Εβραϊκό Πανεπιστήμιο διεξήγαγαν δύο πειράματα σε μωρά μόλις έξι μηνών προκειμένου να ανακαλύψουν από ποια ηλικία ξεκινούμε να ταυτιζόμαστε συναισθηματικά με τους άλλους – η κρατούσα θεωρία μέχρι πρότινος ανέφερε ότι τα παιδιά αναπτύσσουν την ικανότητα της ενσυναίσθησης μετά το πρώτο έτος ζωής.

Μέσω του πρώτου πειράματος οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι μωρά πέντε έως εννέα μηνών δείχνουν σαφή προτίμηση υπέρ του θύματος όταν βρίσκονται μπροστά σε μια κατάσταση όπου υπάρχει θύτης και θύμα. Εδειξαν σε 27 μωρά δύο βίντεο: Στο πρώτο παρουσιαζόταν μια τετράγωνη φιγούρα η οποία ανέβαινε έναν λόφο, συναντούσε μια στρογγυλή φιλική φιγούρα και στη συνέχεια και οι δύο κατέβαιναν μαζί τον λόφο, εμφανίζοντας σαφώς θετικά ή ουδέτερα συναισθήματα. Στο δεύτερο, η ίδια στρογγυλή φιγούρα μετά τη συνάντησή της με την τετράγωνη φιγούρα επάνω στον λόφο, άρχιζε να την χτυπά και να την κακομεταχειρίζεται έως ότου κατέβουν – κατά την κατάβαση παρουσιαζόταν καθαρά το στρες και η δυσφορία της τετράγωνης φιγούρας καθώς έκλαιγε και διπλωνόταν στα δύο.

Στη συνέχεια οι επιστήμονες έβαλαν τα μωρά να δείξουν την προτίμησή τους επιλέγοντας μια από τις τετράγωνες φιγούρες που τους παρουσιάστηκαν. Οπως προέκυψε, ποσοστό μεγαλύτερο του 80% των πολύ μικρών συμμετεχόντων επέλεξε τη φιγούρα που είχε δείξει δυσφορία με κλάμα, γεγονός που μαρτυρούσε προτίμηση προς τη φιγούρα που είχε υποστεί εκφοβισμό.

«Τα ευρήματα μαρτυρούν ότι ακόμη και στους πρώτους μήνες ζωής το βρέφος είναι ήδη ευαίσθητο στα συναισθήματα των άλλων και μπορεί να εξαγάγει πολύπλοκα συμπεράσματα σχετικά με το περιεχόμενο της έκφρασης του συναισθήματος σε ένα συγκεκριμένο γεγονός» ανέφερε η δρ Φλορίνα Ουζεφόφσκι, επικεφαλής του Εργαστηρίου Bio-Empathy και λέκτορας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Μπεν-Γκουριόν και προσέθεσε: «Ακόμη και κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους ζωής, τα μωρά είναι σε θέση να ταυτοποιήσουν ποιες φιγούρες «αξίζουν» ενσυναίσθηση και ποιες όχι». Από μικροί στα… βάσανα του άλλου λοιπόν, και αυτό είναι για καλό! 

Γραμμένη (και) στα γονίδιά μας

Το πόση ενσυναίσθηση δείχνουμε δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίον ανατραφήκαμε και των εμπειριών που έχουμε αποκτήσει, αλλά αποτελεί και θέμα γονιδίων. Αυτό προέκυψε από μελέτη ειδικών του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, η οποία δημοσιεύθηκε το 2018 στην επιθεώρηση «Translational Psychiatry». Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη ενσυναίσθηση από άλλους καθώς και ότι, κατά μέσο όρο, οι γυναίκες διαθέτουν ελαφρώς μεγαλύτερη ενσυναίσθηση από τους άνδρες. Στην τελευταία μελέτη των ερευνητών του Κέιμπριτζ οι οποίοι συνεργάστηκαν με την εταιρεία γενετικής 23andMe καθώς και με μια διεθνή ομάδα συναδέλφων τους, παρουσιάζονται τα ευρήματα της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα γενετικής έρευνας επάνω στην ενσυναίσθηση τα οποία αφορούσαν 46.000 πελάτες της 23andMe. Ολοι οι εθελοντές συμπλήρωσαν ένα ειδικό ερωτηματολόγιο για την ενσυναίσθηση το οποίο δημιουργήθηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια και πάλι από ερευνητές του Κέιμπριτζ ενώ παρείχαν και δείγμα σάλιου για γενετική ανάλυση. Τρία ήταν τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης: κατ’ αρχάς φάνηκε ότι το πόση ενσυναίσθηση έχουμε οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στα γονίδιά μας – για την ακρίβεια, η συμβολή των γονιδίων είναι της τάξεως του 10%. Κατά δεύτερον, επιβεβαιώθηκε ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη ενσυναίσθηση από τους άνδρες – ωστόσο η διαφορά αυτή δεν φάνηκε να σχετίζεται με το DNA αφού δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στα δύο φύλα στα γονίδια που σχετίζονται με την ενσυναίσθηση, γεγονός που μαρτυρεί ότι άλλοι βιολογικοί παράγοντες, όπως η έκθεση σε ορμόνες κατά την εμβρυϊκή ζωή ή μη βιολογικοί παράγοντες όπως η κοινωνικοποίηση διαφέρουν μεταξύ των δύο φύλων. Κατά τρίτον, προέκυψε ότι οι γονιδιακές παραλλαγές που σχετίζονται με χαμηλότερο επίπεδο ενσυναίσθησης συνδέονται επίσης με υψηλότερο κίνδυνο για αυτισμό – μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή στην οποία παρουσιάζονται δυσκολίες στην κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων.

Όπως ανέφερε ένας εκ των επικεφαλής της μελέτης, ο καθηγητής Σάιμον Μπαρόν-Κοέν, διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου για τον Αυτισμό στο Πανεπιστήμιο Κέιμπριτζ, «το γεγονός ότι βρήκαμε πως έστω και ένα ποσοστό σχετικά με τις διαφορές που οι άνθρωποι εμφανίζουν στην ενσυναίσθηση συνδέεται με γενετικούς παράγοντες μάς βοηθά να κατανοήσουμε άτομα όπως αυτά με αυτισμό τα οποία παλεύουν να κατανοήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων».

Ο Βαρούν Γουάριερ, διδακτορικός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ που ήταν πρώτος συγγραφέας της δημοσίευσης, σημείωσε ότι «η μελέτη αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα στην κατανόηση του μικρού αλλά σημαντικού ρόλου που η γενετική παίζει στην ενσυναίσθηση. Πρέπει όλοι να λάβουν όμως υπόψη τους ότι μόνο το ένα δέκατο των διαφορών στην ενσυναίσθηση που εμφανίζονται στον πληθυσμό οφείλεται στα γονίδια. Και είναι εξίσου σημαντικό να κατανοήσουμε τους μη γενετικούς παράγοντες που εξηγούν το υπόλοιπο 90%». Άκρως σημαντική παρατήρηση για να μην επαναπαυόμαστε στον γενετικό παράγοντα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Γιατί αν αυτός είναι ένας, υπάρχουν άλλοι εννέα, ορισμένους έστω από τους οποίους πιθανώς μπορούμε να ελέγξουμε για να είμαστε (συν)άνθρωποι… 

Η «χημεία» στον έρωτα

Η χημεία στον έρωτα εγκέφαλοςΟ έρωτας μας ωθεί να κάνουμε «τρελά» πράγματα – όπως για παράδειγμα να βάζουμε το καλό αυτού που αγαπάμε πάνω από το δικό μας. Γιατί όμως; Μια μελέτη ερευνητών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα η οποία δημοσιεύθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο στην επιθεώρηση «Behavioral Neuroscience» φάνηκε να ανακαλύπτει τα «εσωτερικά» μονοπάτια που συνδέονται με την αλτρουιστική συμπεριφορά προς τους ερωτικούς συντρόφους μας. Η ερευνητική ομάδα συνέλεξε φρεσκοπαντρεμένα ζευγάρια προκειμένου να ανακαλύψει πώς τα γονίδια και η εγκεφαλική δραστηριότητα σχετίζονται με την ενσυναίσθηση που δείχνουμε προς τους ερωτικούς μας συντρόφους. Οι επιστήμονες εξέτασαν τον κάθε συμμετέχοντα για δύο γονιδιακές παραλλαγές: η μία αφορούσε την ευαισθησία στην ορμόνη ωκυτοκίνη – γνωστή ως «ορμόνη της αγάπης», η οποία βοηθά στον δεσμό μεταξύ μητέρας και μωρού αλλά απελευθερώνεται επίσης γενικότερα όταν οι άνθρωποι έρχονται κοντά σωματικά αλλά και κοινωνικά (εκκρίνεται ακόμη και όταν παίζουμε με το αγαπημένο μας κατοικίδιο)∙ η δεύτερη αφορούσε την ευαισθησία στην αντιδιουρητική ορμόνη βασοπρεσίνη, η οποία έχει επίσης συνδεθεί μεταξύ άλλων με το δέσιμο του ζευγαριού. Οι εθελοντές απάντησαν επίσης σε ένα ειδικό ερωτηματολόγιο σχετικά με τα συναισθήματά τους προς τον σύντροφό τους αλλά και προς άλλα άτομα, ώστε να προκύψει μια μέτρηση των γενικών επιπέδων ενσυναίσθησης που εμφάνιζαν. Στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI) η οποία αποκαλύπτει τη ροή του αίματος στον εγκέφαλο και άρα την εγκεφαλική δραστηριότητα σε πραγματικό χρόνο ενόσω εκείνος αποκρίνεται σε διαφορετικά είδη ερεθισμάτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στους εθελοντές παρουσιάστηκαν εικόνες των ερωτικών συντρόφων τους, φίλων αλλά και αγνώστων που είχαν διαφορετικές εκφράσεις στο πρόσωπο. Όπως προέκυψε, όταν οι συμμετέχοντες έδειχναν ενσυναίσθηση για το πρόσωπο σε μια εικόνα, οι περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με το συναίσθημα και τη συναισθηματική μνήμη «άναβαν».

Αυτές οι περιοχές, όπως η αμυγδαλή και η κοιλιακή ωχρά σφαίρα, εμφανίζουν πολύ πυκνή συγκέντρωση υποδοχέων της ωκυτοκίνης και της βασοπρεσίνης, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι δύο αυτοί νευροδιαβιβαστές εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό στην ενσυναίσθηση και στον αλτρουισμό. Επιπλέον τα άτομα με γονιδιακές παραλλαγές που τα έκαναν πιο ευαίσθητα στις δύο ορμόνες εμφάνιζαν και την πιο ισχυρή συναισθηματική απόκριση προς τα άτομα που έβλεπαν γενικώς στις εικόνες. 

Τα μονοπάτια του εγκεφάλου

Ενδιαφέρον ήταν το γεγονός ότι οι περιοχές του εγκεφάλου που ενεργοποιούνταν τη στιγμή που κάποιος έβλεπε σε εικόνα τον ερωτικό του σύντροφο ήταν ακριβώς οι ίδιες με εκείνες που ενεργοποιούνται σε άλλα ζώα όταν εμφανίζουν συμπεριφορές δεσίματος με το ταίρι τους, τα μικρά τους ή με άλλα ζώα της ομάδας τους. Αυτό μαρτυρεί ότι ο εγκέφαλός μας διαθέτει μονοπάτια τα οποία είναι αφιερωμένα συγκεκριμένα στις συμπεριφορές που δείχνουν δέσιμο με τους άλλους και τα οποία είναι πολύ παλαιά. Η επικεφαλής της μελέτης δρ Μπιάνκα Ατσεβέντο τόνισε ότι «όταν οι άνθρωποι σκέφτονται τις σχέσεις, θεωρούν άκρως σημαντικό τον έρωτα. Ξεχνούν όμως ότι πέρα από τον έρωτα, περνούμε πολλές φορές όλη μας τη ζωή με τον σύντροφό μας. Πολλοί μεγαλώνουμε παιδιά μαζί, φροντίζουμε τον σύντροφό μας στα γεράματα. Για αυτό και η ενσυναίσθηση και ο αλτρουισμός έχουν βαθιές ρίζες στο εξελικτικό, νευρικό και γενετικό μας πλαίσιο». Η ενσυναίσθηση λοιπόν φαίνεται ότι αποτελεί «κλειδί» για το… πέρα από τον έρωτα. 

«Επίπονη» ψυχικά διαδικασία

Η ενσυναίσθηση «κοστίζει» ψυχικά, για αυτό και οι περισσότεροι την αποφεύγουν. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε μελέτη ερευνητών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια (Penn State) και του Πανεπιστημίου του Τορόντο που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Απρίλιο στην επιθεώρηση «Journal of Experimental Psychology: General».

«Υπάρχει η υπόθεση ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν τα συναισθήματα που συνδέονται με την ενσυναίσθηση επειδή μπορεί να είναι καταθλιπτικά ή «δαπανηρά» – όπως για παράδειγμα όταν χρειάζεται να κάνει κάποιος δωρεές για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Εμείς όμως ανακαλύψαμε ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι αποφεύγουν να δείξουν ενσυναίσθηση στους άλλους, ακόμη και αν αυτή η διαδικασία αφορά θετικά συναισθήματα, είναι επειδή δεν θέλουν να καταβάλουν την ψυχική προσπάθεια που συνεπάγεται το να κατανοήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα των άλλων» ανέφερε ο επικεφαλής της μελέτης, επίκουρος καθηγητής Ψυχολογίας στο Penn State δρ Ντάριλ Κάμερον.

Ο δρ Κάμερον και οι συνεργάτες του σχεδίασαν και διεξήγαγαν 11 διαφορετικά πειράματα ενσυναίσθησης, στα οποία συνολικά περιλαμβάνονταν περισσότεροι από 1.200 εθελοντές. Δημιούργησαν δύο σετ από κάρτες στις οποίες υπήρχαν στενάχωρες εικόνες από προσφυγόπουλα. Είπαν στους εθελοντές ότι αν έπαιρναν κάρτα από το ένα σετ θα χρειαζόταν απλώς να περιγράψουν τα φυσικά χαρακτηριστικά του ατόμου που απεικονιζόταν στην κάρτα. Αν έπαιρναν όμως κάρτα από το δεύτερο σετ θα έπρεπε να προσπαθήσουν να σκεφτούν και να περιγράψουν τα συναισθήματά του.

Μάλιστα σε κάποια επιπρόσθετα πειράματα οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν σετ καρτών, εκ των οποίων το ένα περιείχε εικόνες λυπημένων ατόμων ενώ το δεύτερο χαμογελαστών ατόμων. Όπως φάνηκε, σε όλα τα πειράματα, οι εθελοντές επέλεγαν σταθερά κάρτες από τα σετ τα οποία δεν απαιτούσαν από εκείνους να δείξουν ενσυναίσθηση – και αυτό αφορούσε ακόμη και το σετ με τις φωτογραφίες χαρούμενων ανθρώπων. Στο σύνολο των πειραμάτων, οι εθελοντές επέλεξαν κατά μέσο όρο τις κάρτες της ενσυναίσθησης μόνο στο 35% των φορών. Σε επόμενες ερωτήσεις, οι περισσότεροι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι η ενσυναίσθηση τους φαινόταν ως μια γνωστική πρόκληση που απαιτούσε περισσότερη προσπάθεια και τους έκανε να νιώθουν πιο άβολα σε σύγκριση με την απλή περιγραφή των φυσικών χαρακτηριστικών κάποιου.

Υπήρχε όμως τρόπος ώστε να ενισχυθεί η ενσυναίσθηση των εθελοντών. Ποιος ήταν αυτός;

Όπως έδειξαν περαιτέρω πειράματα, όταν οι ερευνητές τόνωναν το ηθικό των συμμετεχόντων αναφέροντάς τους ότι ήταν καλύτεροι στις απαντήσεις σχετικά με την ενσυναίσθηση στις κάρτες που έβλεπαν σε σύγκριση με το 95% των υπολοίπων ενώ σε ό,τι αφορούσε την απλή περιγραφή των χαρακτηριστικών ήταν καλύτεροι μόνο σε σχέση με το 50% των υπολοίπων, οι συμμετέχοντες έτειναν να επιλέγουν ευκολότερα κάρτες που απαιτούσαν να δείχνουν ενσυναίσθηση. «Ίσως είναι δυνατόν να αυξήσουμε την ενσυναίσθηση των ανθρώπων ενθαρρύνοντάς τους και λέγοντάς τους ότι μπορούν να είναι καλοί σε αυτό. Αν καταφέρουμε να αλλάξουν τα κίνητρα του πληθυσμού οδηγώντας τον προς την ενσυναίσθηση θα έχουμε σημαντικό όφελος ως κοινωνία. Θα ενθαρρυνθούν οι άνθρωποι ώστε να προσεγγίσουν ομάδες που χρειάζονται βοήθεια, όπως οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, τα θύματα φυσικών καταστροφών» κατέληξε ο δρ Κάμερον. Μπορεί λοιπόν να θέλει (νοητικό και ψυχικό) κόπο, αλλά η ενσυναίσθηση μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που λειτουργούμε ως κοινωνίες. 

Της Θεοδώρας Τσώλη, Το Βήμα Science 2019

Διαβάστε ακόμη: