Ο εγκέφαλος των εφήβων δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς για να ξεχωρίζει τα ασήμαντα από τα σημαντικά.

Ο εγκέφαλος των εφήβων δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς για να ξεχωρίζει τα ασήμαντα από τα σημαντικά. 

Ο εγκέφαλος των εφήβων δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς σε περιοχές-κλειδιά, με αποτέλεσμα πολλές φορές τα παιδιά να μην αντιλαμβάνονται πόσο σημαντικά είναι κάποια πράγματα για τη ζωή τους. 

Οι έφηβοι γνωρίζουν πολύ καλά πόσο σημαντικά είναι κάποια πράγματα, όπως για παράδειγμα οι Πανελλαδικές Εξετάσεις, ωστόσο αυτό δεν τους σταματά από το να καταβάλλουν ορισμένες φορές την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια. Η επιστήμη έρχεται τώρα να γίνει συνήγορος υπεράσπισης των εφηβικών συμπεριφορών, αναφέροντας ότι αυτές πιθανότατα οφείλονται στο ότι ο εγκέφαλος των εφήβων δεν έχει αναπτυχθεί αρκετά με αποτέλεσμα τα παιδιά να μην αντιλαμβάνονται πόσο μεγάλα ρίσκα παίρνουν κάποιες φορές. 

Το πείραμα του ρίσκου

Την υπερασπιστική γραμμή «χάραξαν» πρόσφατα ερευνητές του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, οι οποίοι διεξήγαγαν το ακόλουθο πείραμα, όπως ανέφεραν στην επιθεώρηση «Nature Communications»: ζήτησαν από εφήβους και νεαρούς ενηλίκους, ηλικίας 13 ως 20 ετών, να παίξουν ένα παιχνίδι ενόσω υποβάλλονταν σε λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), η οποία αποκαλύπτει τη δραστηριότητα του εγκεφάλου σε πραγματικό χρόνο. Σε κάποιους γύρους του παιχνιδιού οι συμμετέχοντες μπορούσαν να κερδίσουν 20 σεντς για κάθε σωστή απάντηση, ενώ η κάθε λάθος απάντηση τους κόστιζε 10 σεντς. Υπήρχαν όμως στο παιχνίδι και κάποιοι γύροι μεγαλύτερου ρίσκου, στους οποίους κάθε σωστή απάντηση προσέφερε ένα δολάριο, ενώ κάθε λανθασμένη κόστιζε 50 σεντς.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν πως ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εθελοντές είχαν καλύτερες επιδόσεις στους γύρους με το υψηλότερο ρίσκο, στους μικρότερους σε ηλικία συμμετέχοντες δεν συνέβαινε κάτι αντίστοιχο - οι επιδόσεις τους παρέμεναν οι ίδιες, είτε το ρίσκο ήταν υψηλό είτε χαμηλό. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία, όσο μεγαλύτεροι ήταν οι εθελοντές τόσο καλύτερη ήταν η απόδοσή τους. «Ηταν άκρως ενδιαφέρον το γεγονός ότι η ικανότητα να προσαρμόζονται η συμπεριφορά και η απόδοση ανάλογα με την πρόκληση που εμφανιζόταν κάθε φορά βελτιωνόταν σταδιακά, συμβαδίζοντας με την αύξηση της ηλικίας» ανέφερε η επικεφαλής της μελέτης, ερευνήτρια στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Κάθριν Ινσελ.

Το δίκτυο-κλειδί στον εγκέφαλο

Οταν οι επιστήμονες παρακολούθησαν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου των εθελοντών, ανακάλυψαν ότι η ικανότητα βελτίωσης της απόδοσής τους συνδεόταν άμεσα με την ανάπτυξη του εγκεφάλου τους. Μάλιστα, βασικό ρόλο φάνηκε να παίζει μια περιοχή η οποία συνδέει τον φλοιό του εγκεφάλου με το ραβδωτό σώμα. Αυτό το δίκτυο εμπλέκεται στην επιβράβευση αλλά και στον έλεγχο της συμπεριφοράς και συνεχίζει να αναπτύσσεται έως τουλάχιστον την ηλικία των 25 ετών. Οσο πιο ανεπτυγμένο ήταν αυτό το δίκτυο στον εγκέφαλο τόσο καλύτερες ήταν οι επιδόσεις των εφήβων στο παιχνίδι, σημείωσε η κυρία Ινσελ.

Τα ευρήματα αυτά δίνουν μια καλή εξήγηση στο γιατί κάποιοι έφηβοι είναι τόσο χαλαροί όταν έρχονται αντιμέτωποι με επικίνδυνες καταστάσεις, σχολίασε η Κάθριν Κοέν Κάντος από το Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ στη Βρετανία. «Για παράδειγμα, οι έφηβοι είναι πολύ πιο πιθανό να οδηγούν επικίνδυνα, ιδίως όταν κάποιος φίλος τους βρίσκεται κοντά».

Απαιτείται αναθεώρηση του τρόπου εξέτασης στα σχολεία

Σύμφωνα με τον Στέφανο Παλμιντέρι από την Ecole Normale Superieure στο Παρίσι, τα σχολεία πρέπει να αναθεωρήσουν τον τρόπο που ελέγχουν τις επιδόσεις των εφήβων. «Η μελέτη μαρτυρεί ότι δεν είναι καλή ιδέα να αξιολογούνται οι σχολικές επιδόσεις σε μία μόνο εξέταση στο τέλος της χρονιάς. Μια καλύτερη ιδέα θα ήταν να υποβάλλονται οι έφηβοι μαθητές σε μια ποικιλία πιο μικρών εξετάσεων καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου».

Πάντως, τα νέα δεν είναι τελικά τόσο άσχημα (τουλάχιστον στο σύνολό τους) για τους εφήβους, προσέθεσε ο δρ Παλμιντέρι. «Μπορούμε να δούμε την άλλη όψη αυτού του νομίσματος. Το γεγονός ότι οι έφηβοι προσπαθούν εξίσου για να φέρουν εις πέρας καθήκοντα σημαντικά αλλά και ασήμαντα μεταφράζεται και στο ότι ασχολούνται με πολλά χόμπι. Αυτό είναι καλό, επιτρέποντάς τους να κατακτούν πολύπλοκες κοινωνικές δεξιότητες».

Τσώλη Θεοδώρα, Το Βήμα Science

Διαβάστε ακόμη: